Αυτό που μ ενοχλεί στα δεύτερα και τρίτα μέρη μιας τριλογίας και γενικά στις συνέχειες βιβλίων είναι ότι τα επόμενα μετά το πρώτο, επειδή προσπαθούν να απευθυνθούν και σε ανθρώπους που τυχόν δεν έχουν διαβάσει την αρχή, επαναλαμβάνουν στοιχεία της πλοκής με αποτέλεσμα εσύ που (σαν καλή μαθήτρια) έχεις κάνει το homework να νιώθεις ότι σου μιλάει σαν να είσαι νήπιο. Όταν ένας συγγραφέας αποφεύγει αυτή τη λούμπα τότε είναι ένας καλός συγγραφέας. Ο Μάρκαρης ας πούμε στην τριλογία με τον αστυνόμο Χαρίτο το χειρίστηκε καλά. Η Ούρσουλα Λε Γκεν επίσης σε σημείο να μην είσαι σίγουρη ότι διαβάζεις τη συνέχεια του πρώτου. Ο Αλεξάντερ ΜακΚολ Σμιθ με τη ντετέκτιβ απ τη Μποτσουάνα με απογοήτευσε αλλά μαζοχιστικά, διάβασα 5 συνέχειες πριν σταματήσω. Η Ρόουλινγκ επίσης με το Χάρι με εκνεύριζε απ το τρίτο και μετά.
Ο Λάρσον στο δεύτερο με απογοήτευσε κάπως. ΤΟ κορίτσι που έπαιζε με τη φωτιά δεν ήταν ισάξιο του πρώτου. Το κορίτσι με το Τατουάζ με είχε εντυπωσιάσει. Αλλά επειδή είχα κολλήσει και ήθελα όπωσδήποτε να μάθω νέα της Λίζμπετ Σάλαντερ πήρα και το τρίτο βιβλίο και το διάβασα κι αυτό σχεδόν μονορούφι. Και μάλιστα ήταν μια έκπληξη γιατί μου άρεσε περισσότερο απ το δεύτερο.
Συζητούσαμε για το συγκεκριμένο βιβλίο με το φίλο μου τον Κώστα, ο οποίος αγαπάει πολύ τα αστυνομικά και διαβάζει πάρα πολλά κάθε χρόνο, και διαφωνούσαμε. Σ εκείνον δεν άρεσε πάρα πολύ, βρήκε την πλοκή υπερβολική και την ηρωίδα καθόλου ρεαλιστική. Εμένα δε με πείραζε καθόλου αυτό. Άσε που δεν βρήκα καθόλου υπερβολικές ούτε τις δυνατότητες της στην πληροφορική ούτε την όψη και τις συνήθειες της. Αυτό στο οποίο συμφωνήσαμε όμως ήταν ότι ο Λάρσον έγραψε πάνω απ όλα ένα λεπτομερές και παράδοξο για μας πορτραίτο της Σουηδίας. Οι περισσότεροι έχουμε μια ιδέα για τη χώρα του ΙΚΕΑ, αρκετά στερεοτυπική: κρύα, οργανωμένη, με άριστη παιδεία και καλό ντιζάιν! Ο Λάρσον όμως φανερώνει και τις παθογένειες, την πολλή βία ειδικά ενάντια στις γυναίκες (χαρακτηριστική όχι μόνο στη Σουηδία βέβαια), αλλά και κάποια στοιχεία που ίσως τα ξέρουμε αλλά δεν αντιλαμβανόμαστε την έκταση τους. Εμένα μ άρεσε ας πούμε το γεγονός ότι οι ήρωες χρησιμοποιούν συνέχεια τα μέσα μαζικής μεταφοράς, ότι υπάρχει μια ελευθερία στις σχέσεις, ότι στο ζήτημα σεξ οι άνθρωποι είναι πιο χαλαροί, και ότι η νομοθεσία τους είναι εκεί για να προστατεύει τον πολίτη. Σε αυτό το τρίτο βιβλίο αυτό το τελευταίο είναι ιδιαίτερα προφανές. Η Σάλαντερ είναι σε δυσκολότερη θέση από ποτέ αλλά αυτή τη φορά θα έχει την κοινωνία στο πλάι της. Όχι γιατί έγινε ξαφνικά συμπαθής αλλά γιατί ο νόμος είναι ψυχρός: όταν καταπατούνται τα συνταγματικά σου δικαιώματα, δεν έχει σημασία αν είσαι φρικιό. Δεν έχει σημασία αν είσαι αντικοινωνικός και αντιπαθής. Δεν έχει καν σημασία αν είσαι παιδί μετανάστη ή βέρα Σουηδέζα με ξανθά μαλλιά. Παρουσιάζει δηλαδή μια χώρα στη οποία κανείς δεν είναι αθώος. Υπάρχουν κι εκεί κακοί και διεφθαρμένοι ακόμη και σε πολύ ψηλό επίπεδο. Η διαφορά με τη δική μας χώρα είναι ότι εκεί κάποια στιγμή οι θεσμοί λειτουργούν και επιπλέον υπάρχουν και δημοσιογράφοι που δουλεύουν σκληρά για να αποκαλύψουν και να τεκμηριώσουν αυτά που γράφουν.
Στις ταινίες το καλό και προβλέψιμο τέλος με εκνευρίζει, το θεωρώ εύκολη λύση πολλές φορές. Αλλά σε αυτό το βιβλίο η ηρωίδα έχει περάσει τόσα πολλά που το καλό τέλος είναι αναγκαίο. Τις τελευταίες σελίδες τις διάβασα κυριολεκτικά καθισμένη στην άκρη του καναπέ, και θα μπορούσα άνετα να δαγκώνω τα νύχια μου, αν είχα αυτή τη συνήθεια. Δε θα σας πω όμως τι γίνεται για να μη σας το χαλάσω. Είμαι περίεργη πως θα το μεταφράσουν πάντως. Το κορίτσι που κλώτσησε τη σφηκοφωλιά; Κάπως μεγάλο…
Και κάτι άσχετο με τη λογοτεχνία. Μ έχει πιάσει μια μανία ξεκαθαρίσματος είτε πρόκειται για παλιά πράγματα είτε για σχέσεις που σερνόντουσαν καιρό, είτε για προγράμματα που έκαναν τον υπολογιστή μου αργό και δύσχρηστο. Κατέβασα από ένα ντουλάπι τουλάχιστον καμιά πενηνταριά παλιά coursebooks αγγλικών μερικά από τη δεκαετία του 90 ακόμη, άλλα για εξετάσεις που έχουν αλλάξει τουλάχιστον 2 φορές από τότε που τα απέκτησα. Κάποια ήταν δείγματα από εκδοτικούς οίκους αρκετά άλλα τα είχα χρυσοπληρώσει. Τώρα είναι στοιβαγμένα δίπλα στην πόρτα και κάθε φορά που κατεβαίνω παίρνω μερικά και τα πετάω στην ανακύκλωση.

Μερικές φορές περιμένεις να διαβάσεις κάτι, σου προκύπτει κάτι άλλο και αυτό το άλλο είναι καλύτερο απ’ότι περίμενες οπότε όλα καλά. Κάποιες άλλες φορές όμως αυτό το άλλο δεν είναι τόσο δυνατό όσο θα ήθελες. Το βιβλίο για το οποίο θα μιλήσω είναι μία από αυτές (τις δεύτερες περιπτώσεις).
Ενώ παράγγελνα διάφορα βιβλία από το άμαζον, μου έβγαζε συνέχεια μια πρόταση για ένα βιβλίο που πιθανόν να μου άρεσε. The girl with the dragon tattoo. Το αγνόησα μερικές φορές αλλά μια μέρα που έψαχνα ένα αστυνομικό για τον πατέρα μου, λέω ας το δω κι αυτό. Και αυτό ήταν…. Κόλλησα. Κατ’αρχήν η μυθολογία: Ο
Αυτό το βιβλίο το διάβασα μέσα σε 4-5 ώρες το πολύ. Η γραφή του κυλάει αβίαστα, όπως και τα υπόλοιπα βιβλία του συγγραφέα. Έχει ένα φυσικό τρόπο να λέει μια ιστορία και του βγάζω το καπέλο γι αυτή την ικανότητα.


Σας συμβαίνει αυτό ποτέ; Να σας λέει σε άσχετη στιγμή μια φίλη για ένα βιβλίο, να μη δίνετε πολλή σημασία και να συναντάτε αυτό το βιβλίο μήνες αργότερα και να σας κινεί το ενδιαφέρον; Ήταν ένα δύσθυμο απόγευμα στη Ρόδο. Το τελευταίο απόγευμα των διακοπών. Είχα τελειώσει αυτό που διάβαζα (και δε μου είχε αρέσει και πολύ) και έψαχνα κάτι το οποίο θα μου κρατούσε συντροφιά σε όλο το ταξίδι. Είναι από αυτές τις φορές που πιάνεις διάφορα βιβλία, διαβάζεις μια παράγραφο, δε σου αρέσει, πιάνεις άλλο βιβλίο, άλλη πρώτη σελίδα, τα ίδια. Τελικά ένα κατορθώνει να σε κρατήσει για πάνω από μια σελίδα, άντε, λες, ας αρχίσω αυτό, με βαριά καρδιά. (η βαριά καρδιά προφανώς δεν έχει να κάνει με το βιβλίο αλλά με τη διάθεση σου που είναι διάθεση «I can’t get no satisfaction»).
Όσο περνάνε τα χρόνια διαπιστώνω ότι η γοητεία που μου ασκούν τα βιβλία που διαδραματίζονται στην Ινδία, επιμένει. Σχεδόν κάθε χρόνο θα βρω κάποιο που να μου τραβήξει την προσοχή και να με συναρπάσει. Ο Λευκός Τίγρης είναι ένα τέτοιο. Παρόλο που δεν είναι ιδιαίτερα καινούριο και το απέφευγα για κάποιο λόγο, τελικά μου άρεσε πολύ. Είναι η ιστορία ενός ευρηματικού επιχειρηματία στην Ινδία, που μας διηγείται τη ζωή του, μια ζωή που απ το τίποτε έφτασε στην κορυφή και η οποία κρύβει βέβαια ένα μυστικό. Αλλά το πιο ενδιαφέρον είναι ο τρόπος που γράφει/μιλάει ο αφηγητής και αυτά που λέει όταν δε μιλάει για τον εαυτό του. Είναι μια αποτύπωση της τωρινής Ινδίας, της Ινδίας των λαμπρών παιδιών με τα τεχνολογικά επιτεύγματα, της Ινδίας όπου μερικοί ζούνε μέσα στη χλιδή και την ευμάρεια και δίπλα τους άλλοι ζουν μέσα στην απόγνωση και την παρακμή. Είναι η χρωματιστή Ινδία με τα χιλιάδες ετερόκλητα αντικείμενα, της διαφθοράς των πολιτικών και της παρωδίας δημοκρατικού πολιτεύματος, της ένδειας, των υπηρετών, των εμπορικών κέντρων σε Αμερικάνικο στυλ, των αυτοκινήτων με ερκοντίσιον, των αυτοκινήτων χωρίς, των οδηγών ρίκσο, των ιερόδουλων από τις Ανατολικές χώρες, των μελαχρινών γυναικών που βάφουν τα μαλλιά τους ξανθά….

Σάββατο απόγευμα, της Παναγίας, κι εμείς που μείναμε πίσω να προσέχουμε την πόλη, έχουμε πάει για τρέξιμο κοντά στο ποτάμι. Ένας κύριος κάποιας ηλικίας κάτι μου λέει, βγάζω τ’ακουστικά, «είναι ο Πηνειός αυτός;». Ναι, ναι, μα από πού είστε; Έχει έρθει από Αθήνα τελικά και επιμένει να πάρω ένα βιβλίο που έχει γράψει ο ίδιος (μα έχω κάτι στο μέτωπο που γράφει annabooklover?) κι εγώ το παίρνω να μην τον προσβάλλω, σχεδόν σίγουρη ότι θα είναι κάτι παραθρησκευτικό, κάτι που δε θα μ’ενδιαφέρει. Ευτυχώς κάνω λάθος και είναι τελικά ένα βιβλιαράκι με συμβουλές για όλες τις πιθανές ασθένειες και «ασθένειες» και τις θεραπείες τους. Είναι γραμμένο με χειμαρρώδη λόγο σαν να είναι κάποιος δίπλα σου και να σου λέει: «Έλκος; Μέσα έγξεμα, 3 μέρες νηστεία με χλιαρό Νερό μόνο». Το αγαπημένο μου γράμμα όμως είναι το Φι στο οποίο μέσα σε μια σελίδα θα βρούμε τη θεραπεία για τη Φαρυγγίτιδα, τη Φαλάκρα, το Φανατισμό και τη Φυματίωση!