Καταλαβαίνω ότι ένα βιβλίο έχει μπει πραγματικά μέσα μου όταν εκεί που καθαρίζω ψάρια, στο νεροχύτη μου στη Λάρισα, στο δεύτερο όροφο της πολυκατοικίας, σκέφτομαι ότι σίγουρα αυτή είναι μια πανάρχαια συνήθεια των ανθρώπων, ότι κάπως έτσι θα καθάριζαν τα ψάρια και οι γυναίκες των νησιών της Γαιοθάλασσας. Έπειτα αρχίζω να αναρωτιέμαι αν σ’αυτά τα μέρη έχουν γαύρους ή αν τρώνε μόνο ρέγγες και κάτι μικρά ψαράκια που λέγονται τσίμες, που κολυμπάνε σε καθαρά ρυάκια και δεν μπορείς να τα πιάσεις. Η Ούρσουλα Λε Γκεν έχει αυτό το χάρισμα λοιπόν, με το γράψιμο της να μπαίνει στη σκέψη σου και να καρφώνεται εκεί. Να δημιουργεί ένα καινούριο κόσμο, που δεν είχες φανταστεί ποτέ. Ένα κόσμο με μάγους και σκιές, με υπεράνθρωπες δυνάμεις και σκοτεινές αδυναμίες.
Το πρώτο βιβλίο του Έπους της Γαιοθάλασσας που ξεκίνησα χθες και τέλειωσα σήμερα είναι μια εξαιρετική διήγηση των πρώτων 18 χρόνων ενός μάγου που υπόσχεται να γίνει μεγάλος και τρανός. Σε αυτό το βιβλίο τον βλέπουμε από τα πρώτα παιδικά του χρόνια στο μακρινό και φτωχικό νησί του, τον ακολουθούμε στη φημισμένη σχολή μαγείας του Ροκ και στις πρώτες του περιπέτειες με τις σκοτεινές δυνάμεις. Αλλά στην ουσία είναι μια διήγηση ενηλικίωσης, ένα rite of passage, ένα πέρασμα στην ωρίμανση. Από την αλαζονεία της νεότητας που νομίζεις ότι είσαι αθάνατος, άτρωτος και πανέξυπνος, ο μικρός μάγος δέχεται τρομερά χτυπήματα που τον προσγειώνουν τον κάνουν λιγότερο μάγο και περισσότερο άνθρωπο, τον κάνουν να ψάξει μέσα του και να βρει τις εσωτερικές του δυνάμεις.
Και το βιβλίο συνεχίζει έτσι, σαν μια τεράστια αλληγορία, σαν μια παραβολή, όπου όλα μπορούν να εξηγηθούν με διπλό τρόπο και η μαγεία δεν είναι άλλη από το ταλέντο του κάθε ανθρώπου και η ικανότητα του να βλέπει τα πράγματα καθαρά. Η φιλία, η αγάπη για τη φύση, η ταπεινότητα, η ικανότητα να ακούεi, αυτές είναι οι δυνάμεις του μάγου μας και οι αδυναμίες του είναι οι φόβοι του. Θα μπορέσει άραγε να τους κοιτάξει κατάματα, να τους αγκαλιάσει; Αν ναι, θα προχωρήσει, αν όχι θα πεθάνει.
Aν το βιβλίο σας μοιάζει σαν ένας ακόμη Χάρι Πότερ, έχω να σας πω ότι δεν έχει σχέση. Κατ’αρχήν αν κάποιος έχει επηρεαστεί αυτή μάλλον είναι η Τζ. Κ. Ρόουλινγκ γιατί η Ούρσουλα Λε Γκεν είναι πολύ παλιά καραβάνα. Κατά δεύτερον αυτό το βιβλιαράκι, παρόλο που έχει σχετικά λίγες σελίδες και είναι το πρώτο μέρος της εξαλογίας, μου φάνηκε πολύ πλουσιότερο, πιο πολυδιάστατο, πιο ενδιαφέρον από οποιονδήποτε Χάρι Πότερ. Περισσότερο θα έλεγα ότι θυμίζει Τόλκιν. Σίγουρα θα ψάξω και τους υπόλοιπους τόμους.
Αυτά για το περιέχομενο του βιβλίου. Πώς όμως ήρθε το βιβλίο στα χέρια μου; Ευχαριστώ πολύ το Δημήτρη Αρβανίτη, τον εκδότη των εκδόσεων Τρίτων που μου το χάρισε, ένα χαρούμενο άνθρωπο που χαμογελάει κάτω από τα γένια του και τα μάτια του λαμπυρίζουν. Ευχαριστώ τον Ηλία και την Ελένη, σχολιαστές σε προήγουμενο ποστ σχετικό με την επιστημονική φαντασία που μου ανέφεραν πρώτη τη συγγραφέα, ευχαριστώ τη Ντίνα που σαν άλλη ηρωίδα της Γαιοθάλασσας ήξερε το σωστό όνομα του συγγραφέα, του Παναγιώτη, τον ονομάτισε και ξεκίνησε όλη αυτή την αλυσίδα. Τέλος ευχαριστώ τη Χέντβιγκ γιατί νομίζω ήταν το δικό της γαλάζιο βλέμμα όταν μου έλεγε «θα σου αρέσει η Λε Γκεν» που με έπεισε!
Καμιά φορά οι άνθρωποι που συναντάμε, για καλή μας τύχη, αλλάζουν την πορεία που είχαμε σχεδιάσει για τον εαυτό μας. Κατεβαίνοντας στην Αθήνα πριν καμιά 10αριά μέρες είχα στην τσάντα μου τον Καλό Στρατιώτη Σβέικ (το τέλειωσα – καταπληκτικά αστείο και επίκαιρο), και τους Άραβες των Βάλτων. Γυρίζοντας κουβαλούσα μια μαύρη τσάντα γεμάτη επιστημονική φαντασία και ξεκίνησα με ορμή το μυθιστόρημα της Λε Γκεν και τα διήγηματα του Αλέκου Παπαδόπουλου. Αλλά αυτό είναι θέμα για το επόμενο ποστ!
Η φωτογραφία από τον ατέλειωτο Θεσσαλικό κάμπο με τον Όλυμπο στο βάθος.