Αρχείο | ποίηση RSS feed for this section

ελεύθερη πτήση ελεύθερη πτώση

4 Φεβ

ελεύθερη πτήση ελεύθερη πτώση

ΒΑΣΟΣ ΓΕΩΡΓΑΣ, ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΛΕΑΝΝΑ ΜΑΡΤΙΝΟΥ, ΓΙΩΡΓΟΣ-ΙΚΑΡΟΣ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ, ANTHONY REYNOLDS

Το περασμένο Σάββατο παρήγγειλα στον Πέλο το βιβλίο. «Θα σε ειδοποιήσω» μου είπε. Τετάρτη βράδυ ήρθε το μηνυματάκι στο Φουμπού, ότι ήρθε το βιβλιαράκι. Πέμπτη πρωί με το άνοιγμα παρκάρω ψιλοπαράνομα και αγχωμένα το αγοράζω και φεύγω, μέσα σε τρία λεπτά. Είναι και λίγο χτυπημένο το εξώφυλλο αλλά εγώ θέλω να το διαβάσω τώρα, δεν έχω υπομονή να περιμένω άλλες δυο τρεις μέρες. Ξεκινάω για το σχολείο και σε όλα τα φανάρια μέχρι να βγω απ την πόλη το ξεφυλλίζω. Η Λάρισα είναι μικρή βέβαια, δεν έχει και πολλά φανάρια, οπότε το μόνο που προλαβαίνω να δω είναι ότι όντως είναι πολύ ενδιαφέρον τυπογραφικά, όπως μου είπε ο Μπάμπης, δε μου έκανε πλάκα.

Στο σχολείο, φορτωμένη μέρα, στα διαλείμματα δεν προλαβαίνω  ούτε να κατουρήσω, τα παιδιά όλο κάτι θέλουν, η Γεωργία πάλι κλαίει γιατί δεν την παίζουν και ο Στέλιος πάλι κάποιον μεγαλύτερο πλάκωσε στις γρήγορες.

13.15 επιτέλους lunch break. Γρήγορα στο αμάξι, να πάω στο άλλο σχολείο και να χαρώ το μισάωρο κενό μου με το βιβλίο. Φτάνω Βλοχό, πάω στην αίθουσα των δασκάλων, είναι και η άλλη των Αγγλικών εκεί, φακ, πρέπει να είμαι κοινωνική και να πούμε δυο κουβέντες για τα παιδιά. 2 παρά είκοσι επιτέλους φεύγει κι εγώ μπορώ να ανοίξω τα ποιήματα!

Περνάω το πρώτο μέρος και πάω κατ ευθείαν στο κομμάτι του Γιαννακόπουλου και ω ναι! Αυτό είναι ευτυχία, είναι όλα εκεί, το ποίημα για τις γυναίκες που διαβάζουν, αυτό με το άρωμα βανίλια κι εκείνο που το είχα στείλει σε όλες τις φιλενάδες μου ένα πρωί. Έχει κι άλλα για μπλε νυχάκια ποδιών, για κουρτίνες που φυσάνε σε νησιά, για γάτες, για την καθημερινότητα μας που περνάει δίπλα μας κι εμείς αιώνια αλαζόνες δεν της δίνουμε σημασία. Και μετά έρχεται ο ποιητής και τα γράφει τόσο ωραία, και περιγράφει τη ζωή σου και είσαι μονίμως με ένα χαμόγελο στα χείλη. Σε μερικά γελάς φωναχτά πλέον, αυτό είναι, έχεις κολλήσει, δεν μπορείς να σταματήσεις κι ας πλησιάζει 2 και πρέπει να μπεις για μάθημα. Ο Σάκης ρωτάει «Μα τι διαβάζεις βρε παιδί μου και μετά το γράφεις και σε εσεμές;» Του δείχνω, «Ε ναι έχεις δίκιο λέει είναι πολύ καλό»! Είναι το ποίημα με τους δεκαπενταετείς ναυτίλους. Να θυμηθώ να κοιτάξω πότε πήρα το Μικρό Ναυτίλο του Ελύτη, τόσο θα ήμουν πρώτη η δευτέρα Λυκείου, κι ο Μπάμπης κάπου εκεί θα ήταν, αν ήμασταν στο ίδιο σχολείο θα ήταν μια τάξη μεγαλύτερος από μένα και μπορεί να κάναμε παρέα.

Το απόγευμα έχω λίγο χρόνο και το διαβάζω πιο προσεκτικά, διαβάζω και τα ποιήματα των άλλων. Μου αρέσουν. Του Γεωργά είναι πιο ανεπτυγμένα ίσως, πιο πολιτικά θα έλεγα αλλά κι εκείνα μιλάνε για τον έρωτα που τελειώνει και γι άντρες που δεν κατάφεραν να πουν αυτά που ήθελαν στις γυναίκες της ζωής τους. Αυτά που είναι αποκάλυψη είναι του Μπαμπασάκη πάντως. Ένα συνεχές παιχνίδι με τις λέξεις και τους ήχους, τα διαβάζεις και θες να τα προφέρεις κιόλας, να τα πεις δυνατά, είναι ποιήματα για απαγγελία, ποιήματα μεθυσμένα και μεθυστικά. Ανάμεσα στο Γιαννακόπουλο και τον Μπαμπασάκη οι ζωγραφιές/φωτογραφίες της Μαρτίνου. Και στο τέλος ένας Αμερικανός ποιητής που καταλαβαίνω πολύ καλά γιατί χώρεσε κι αυτός στη συλλογή: Θα έλεγα ότι το κοινό χαρακτηριστικό και των τεσσάρων είναι τα θέματα τους, οι αναφορές στα βιβλία και τη μουσική, οι αναφορές σε άλλους καλλιτέχνες. Ίσως για κάποιους να ακούγεται ομφαλοσκοπικό το να γράφεις ποιήματα για άλλα ποιήματα, να αναφέρεσαι σε άλλους συγγραφείς και ανθρώπους της τέχνης αλλά στην περίπτωση των τεσσάρων δεν είναι. Αναφέρουν αυτούς τους ανθρώπους γιατί ζουν κάθε μέρα μαζί τους είναι οι σύντροφοι και οι συνοδοιπόροι κι ας έχουν πεθάνει από χρόνια.

Κι αυτό που μου άρεσε πιο πολύ είναι ότι όλο το βιβλίο είναι σαν μια συνομιλία. Δεν είναι καθόλου σαν να μαζεύτηκαν 4 ποιητές κι μια ζωγράφος και να βάλανε το κομματάκι τους και να σηκώθηκαν να φύγουν. Είναι σαν τα ποιήματα τους να μιλάνε μεταξύ τους, καταλαβαίνεις ότι είναι φίλοι καρδιακοί ότι έχουν περάσει πολλά βράδια πίνοντας γελώντας, κάνοντας ό,τι καφρίλες και σπουδαία πράγματα κάνουν οι φίλοι . Ακόμη και ο θάνατος είναι άλλος θάνατος σ αυτό το βιβλίο. Στο εξώφυλλο ένας άνθρωπος που πέφτει, ο εμβληματικός άνθρωπος που αυτοκτονεί από τους δίδυμους πύργους; Πριν ανοίξω το βιβλίο το σκεφτόμουν. Δηλαδή τι; Αυτοκτονία; Αλλά όχι είναι πτήση, είναι φόνος, να σκοτώσουμε ό,τι μας σκοτώνει που λέει κι ο Γεωργάς. Είναι ένα βιβλίο όμορφο, πολύ διαφορετικό απ’όλα τα βιβλία ποίησης που έχω στη βιβλιοθήκη μου με την αισθητική των εκδόσεων ΟΞΥ.

Να σκοτώσουμε ό,τι μας σκοτώνει λοιπόν και να παρατηρούμε τη λάμψη των μικρών πραγμάτων. Και να ερωτευόμαστε ξανά και ξανά με τους ίδιους ανθρώπους. Ή με άλλους, ό,τι αρέσει στον καθένα… Ή όπως λέει ο Μπάμπης:

«Έλα να ζήσουμε τον έρωτα μας

έτσι που ο κόσμος όλος

να μας πάρει για τρελούς»

JEAN RHYS – Wide Sargasso Sea

22 Οκτ

 Διάβασα επιτέλους ένα βιβλίο. Μικρό μεν αλλά το διάβασα όλο. Είχα διαβάσει αρκετές φορές γι αυτό το βιβλίο και το είχα στα υπόψιν, η συγγραφέας ήταν υποτίθεται πρωτοποριακή για την εποχή της και τη συγκρίναν με άλλες μεταγενέστερες φωνές όπως η Κάθριν Μάνσφιλντ ας πούμε. Αυτό βέβαια δεν είναι από την πρώτη της περίοδο (τη δεκαετία του 30) γράφτηκε το 1966 και οδήγησε πολλούς στο να την ανακαλύψουν ξανά.

 

Η ιστορία είναι η εξής: Στη Τζαμάικα του 1830, μία γυναίκα κρεολή που έχει χάσει τον άντρα της  και την περιουσία της, και δεν είναι ούτε λευκή ούτε έγχρωμη, την περίοδο που ψηφίστηκε ο Νόμος της Απελευθέρωσης και η δουλεία καταργήθηκε, αυτή η γυναίκα είναι έρμαιο λοιπόν της μοναξιά της και της φτώχιας της με δυο μικρά παιδιά και ένα δυο πιστούς υπηρέτες. Κάποια στιγμή ξαναπαντρεύεται με έναν πλούσιο λευκό, γιατί είναι και εντυπωσιακή γυναίκα αλλά ούτε αυτό θα τη σώσει. Η δυστυχία την έχει περικυκλώσει και όπως λέει κάποια στιγμή αργότερα η κόρη της ήταν δυστυχισμένοι στο πιο όμορφο μέρος του κόσμου. Οι γύρω της τη μισούν γιατί αντιπροσωπεύει τη λευκή καταπίεση, βάζουν φωτιά στο σπίτι της και ο γιος της πεθαίνει. Εκείνη τρελαίνεται σιγά σιγά. Η ιστορία είναι η ιστορία της κόρης της που φεύγει από αυτό το υπέροχο μέρος και ζει κι αυτή τη δυστυχισμένη μοίρα της από σπίτι σε σπίτι. Όταν μεγαλώνει κάπως την παντρεύουν με έναν Άγγλο που βρίσκεται στη Τζαμάικα και δεν συνειδητοποιεί κι αυτός καλά καλά τι έχει συμβεί. Αυτός θέλει μια πλούσια νύφη και αυτή έναν αξιοπρεπή γαμπρό που θα τη γλιτώσει από τον πατέρα της. Δεν τον αγαπάει, τουλάχιστον στην αρχή, δεν ελπίζει τίποτε… Φεύγουν και οι δυο μαζί για ένα μικρό νησί, έναν μικρό παράδεισο και αυτές οι περιγραφές είναι νομίζω οι πιο ωραίες του βιβλίου. Ο πρώτος καιρός είναι ειδυλλιακός χωρίς να το καταλάβουν ερωτεύονται ο ένας τον άλλο και ζουν μερικές βδομάδες απίστευτης ομορφιάς μέσα σε καταρράκτες, πυκνή βλάστηση, ζέστη, γαλάζιους ουρανούς. Αλλά πάντα κάτι παραμονεύει… Οι νύχτες είναι απειλητικές ακόμη και στον παράδεισο. Κάποια στιγμή κι ενώ η Αντουανέτ είναι τόσο ερωτευμένη και είναι κι εκείνη του λέει:

‘Γιατί με έκανες να σε αγαπήσω; Γιατί μου το έκανες αυτό;’

‘Γιατί το ήθελα. Δε φτάνει αυτό;’

‘Ναι, φτάνει. Αλλά αν μια μέρα δε το ήθελες πια. Τι θα έκανα εγώ τότε; Φαντάσου να μου έπαιρνες όλη αυτή την ευτυχία όταν εγώ δε θα κοιτούσα…’

‘Και να χάσω τη δική μου; Ποιος θα ήταν τόσο ανόητος;’

‘Δεν είμαι συνηθισμένη στην ευτυχία’ είπε εκείνη. ‘Με κάνει να φοβάμαι’

 

Κι έχει δίκιο να φοβάται γιατί αυτός δεν την αγαπάει αλήθεια, αυτός φοβάται περισσότερο κι από κείνη και δεν αφήνεται ποτέ. Είναι πάντα επιφυλακτικός, δεν εμπιστεύεται τους υπηρέτες, την οικονόμο που φροντίζει την Αντουανέτ από παιδί, ζηλεύει τη συναισθηματική σχέση τους και σιχαίνεται τους τρόπους των ντόπιων.

 

Κάπως έτσι συνεχίζεται η ιστορία μας μέχρι αυτός να την προδώσει εντελώς. Το βασικό τέχνασμα όμως της ιστορίας δεν είναι νομίζω οι περιγραφές ή η παράξενη σχέση του ζευγαριού. Είναι ότι μας αποκαλύπτει ότι αυτός ο άντρας του οποίου το όνομα μαθαίνουμε μόνο στο τέλος του βιβλίου είναι ένας άλλος μυθιστορηματικός ήρωας, είναι ο γνωστός κύριος Ρότσεστερ της Τζέην Έυρ. Η Συγγραφέας δηλαδή τη δεκαετία του 60 γράφει ένα μυθιστόρημα, μια νουβέλα μάλλον, δίνοντας μας το πρίκουελ ενός βιβλίου που γράφτηκε το 19ο αιώνα. Εντυπωσιακό; Αρκετά. Εντάξει καταλαβαίνω το εύρημα και γιατί εντυπωσιάστηκαν οι κριτικοί της εποχής της και το βιβλίο παρουσιάζει πολύ ωραία την εποχή και τον τόπο αλλά δεν μπορώ να πως ότι ενθουσιάστηκα. Αν μη τι άλλο ο Άγγλος δε με έπεισε ότι την τιμώρησε και την ταλαιπώρησε τόσο πολύ μόνο και μόνο για το παρελθόν της και την ιστορία που κουβαλούσε. Δε με έπεισε για τις φιλελεύθερες προθέσεις του δηλαδή.

 

Ίσως φταίει ότι το διάβασα αποσπασματικά, δεν ξέρω αλλά δε με παρέσυρε αυτό το βιβλίο. Χαίρομαι που το διάβασα γιατί η Τζειν Έυρ είναι πολύ αγαπημένο βιβλίο και θέλω να ξέρω ό,τι την αφορά, και σε αυτό το πνεύμα ήθελα να ξέρω τι λέει και η Τζην Ρυς. Αλλά δεν το συνιστώ… Υπάρχει και στα ελληνικά, από τις εκδόσεις Μελάνι.

 

Απ΄την άλλη βέβαια είναι το πρώτο βιβλίο που διαβάζω από την αρχή μέχρι το τέλος οπότε , καλοδεχούμενο! Ελπίζω να τέλειωσε αυτή η περίοδος που όποιο βιβλίο έπιανα στα χέρια μου, μου φαινόταν κάπως λειψό. Διάβασα πολλή ποίηση, πολλές εφημερίδες, αλλά κανένα μυθιστόρημα, ίσως γιατί ήμουν απασχολημένη να ζω το δικό μου J. Έχω δοκιμάσει να γράψω κι άλλα πράγματα, και ιδιαίτερα ένα κειμενάκι υπεράσπιση της ποίησης, γιατί έχω ένα φίλο που με κοροϊδεύει που διαβάζω τέτοια πράγματα. Σήμερα λοιπόν ανοίγοντας τα μηνύματα μου βρήκα ένα μήνυμα από τον δικτυακό μου φίλο τον Τάσο. (Τάσο, είναι δικό σου; Γράψε μας στα σχόλια). Ήταν αυτό που έψαχνα:

 

Όλοι μας
ονειρευόμαστε πολύ κάθε βράδυ.
Αλλά το πρωί τα έχουμε ξεχάσει όλα!
Γι’ αυτό οι Ποιητές
είναι τόσο σημαντικοί:
θυμούνται τα όνειρα μας
για λογαριασμό μας…

 

 

 

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ – Μεταφερθήκαμε Παραπλεύρως

17 Ιαν

dimoula.jpg ΕΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Μέρες μέρες να χτυπήσει το τηλέφωνο
μήνες, χρόνια;
Δεν ηχείς.

Εκλήθη ο έμπιστος μου ωριλά
μου έκανε ακουόγραμμα
μια χαρά, μου λέει, ακούς
τι σ’έπιασε. Εκλήθη εν συνεχεία ξανά ο τεχνικός.
Δε χτυπάει του είπα.

Σε ξεβίδωσε, σ’εκανε φύλλο και φτερό
καλώδια μπαταρίες
λάδωμα στη φωνή σου

εντάξει η συσκευή

η ζημιά είναι από μέσα
σ’το είπα και την άλλη φορά
θριαμβολόγησε ο ηλεκτρολόγος
έχει βλάβη η επαφή
πρέπει να σκάψω

- ας’το
αφού είναι η επαφή
θα σκάψω εγώ
ξέρω να τη θάψω
δεν είναι τίποτα ξέρω.
Η Αγγελική με προσκάλεσε σε αυτό το παιχνίδι και ανεβάζω αυτό το ποίημα από το καινούριο βιβλίο της Κικής Δημουλά «Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως». Έχει κι άλλα πολλά που μου αρέσουν αλλά αυτό το διάλεξα και το αφιερώνω σε ένα παλιό φίλο που δεν τηλεφωνεί. Μα τι έχει πάθει τελοσπάντων;

Συνεχίζω την αλυσίδα και προσκαλώ τον Akamas, τον Τάσο (ο οποίος πρώτος μου έστειλε ένα ποίημα από τη συλλογή της Δημουλά), το Μπάμπη (που μετέφρασε πολύ ωραία μερικά ποιήματα του Κάρβερ), την Κίκα από την Κύπρο, και το Στέφανο που μπορεί να μας βάλει ένα τραγούδι αν θέλει.

Β’ Μέρος
Τώρα θέλω να σας μιλήσω για τη Δημόσια Δέσμευση μου να μην αγοράσω βιβλία για 6 μήνες. Έχει ανάψει η κουβέντα, οι φίλοι έχουν ανταποκριθεί όλοι, και μου δανείζουν ή μου στέλνουν βιβλία (ευχαριστώ Ελένη, ευχαριστώ Βασίλη), χάρη σε ένα συν-μπλόγκερ ανακάλυψα το book mooch και γράφτηκα και τώρα περιμένω το πρώτο μου βιβλίο. Επίσης διάβασα αυτό το ποστ που γράφει στατιστικά στοιχεία για το χαρτί και την ανακύκλωση του. Γενικά πιστεύω ότι το να διαβάζεις βιβλία είναι από τα πιο οικολογικά πράγματα που μπορείς να κάνεις, σε σύγκριση με την τηλεόραση ας πούμε ή το ίντερνετ αλλά πρέπει να αναλογιστούμε κάποια στιγμή και τις απίστευτες ποσότητες χαρτιού που ξοδεύουμε για έντυπα και εφημερίδες, τα περισσότερα εκ των οποίων καταλήγουν στα σκουπίδια (ή στην ανακύκλωση στην καλύτερη περίπτωση).
Επίσης στο ίδιο άρθρο θα βρείτε διάφορους τρόπους ανταλλαγής βιβλίων όπως το bookcrossing.

Υπάρχει βέβαια το ζήτημα των πνευματικών δικαιωμάτων. Όπως είπε και ο Nuwanda αν ανταλλάσσουμε βιβλία συνεχώς τότε πως θα ζήσουν οι συγγραφείς και οι εκδότες κλπ; Πιστεύω όμως ότι οι άνθρωποι που ψάχνουν τέτοιες εναλλακτικές είναι συνήθως οι άνθρωποι που διαβάζουν πιο πολύ και αγοράζουν βιβλία. Ειδικά για το bookcrossing, το οποίο ασκώ ενεργά 1 ½ χρόνο τώρα μπορώ να βεβαιώσω ότι έχω αγοράσει βιβλία ειδικά γι αυτό το σκοπό, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο.

ΜΑΡΙΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ – Αχίλλειος Γραφή

15 Αυγ

resize-of-haralabidi.jpg Όταν πήγαινα σχολείο ήμουν καλή μαθήτρια. Αρίστευα σχεδόν κάθε χρόνο αλλά νομίζω ότι αυτό δεν οφειλόταν τόσο στη συστηματική μελέτη όσο στο ότι ήμουνα πάντα ένα καλό και συζητήσιμο παιδί. Πιστέψτε με αυτό βοηθάει πολύ τους εκπαιδευτικούς και το αξιολογούν ανάλογα. Γι αυτό και όσοι με ήξεραν απόρησαν που δεν πέρασα με την πρώτη στις Πανελλήνιες εξετάσεις. Είχα γράψει αρκετά καλά άλλα όχι τόσο καλά ώστε να πιάσω τις σχολές της Τρίτης Δέσμης. Τις πρώτες μέρες μετά τα αποτελέσματα ήμουνα πολύ απογοητευμένη. Μου φαινόταν βουνό να ξαναδιαβάσω άλλη μια χρονιά, να μείνω πίσω στη Ρόδο ενώ όλες οι φίλες μου έφευγαν για το Πανεπιστήμιο, να κάνω τα ίδια και τα ίδια.

Όπως φάνηκε αργότερα όμως, αυτή η χρονιά που έμεινα πίσω ήταν καθοριστική για την υπόλοιπη ζωή μου. Καταρχήν δεν ήταν καθόλου μία από τα ίδια γιατί γνώρισα πολλούς καινούριους ανθρώπους. Μια και οι καλές μου φίλες είχαν περάσει σε σχολές και έφυγαν «αναγκάστηκα» να βρω καινούριες παρέες. Έτσι άρχισα να κάνω στενότερη παρέα με τη Μαρία. Η Μαρία, μόλις είχε τελειώσει το Τμήμα Νεοελληνικής Φιλολογίας και είχε γυρίσει πίσω για δουλειά. Αγαπούσε το διάβασμα όπως κι εγώ και με μύησε στην Νεώτερη Ελληνική Ποίηση. Κάτι είχα αρχίσει να υποψιάζομαι κι εγώ γιατί το βιβλίο των Νέων της Γ λυκείου ήταν πολύ ενδιαφέρον με ποίηση του Αναγνωστάκη, του Λειβαδίτη. Τον Ελύτη τον είχα ξεσκολίσει ήδη και η Μαρία Νεφέλη ήταν η ηρωίδα μου. Με τη Μαρία όμως μπήκαμε σε άλλους δρόμους, πηγαίναμε στο Δέντρο και βρίσκαμε κάτι λεπτά βιβλιαράκια που τ’αγοράζαμε 300-400-500 δραχμές. Περνούσαμε και πολλές ώρες στη βιβλιοθήκη ψάχνοντας καινούριους τίτλους. Η Μαρία κυκλοφορούσε πάντα με ένα βιβλιαράκι στην τσάντα και πολλές φορές τα χάριζε κιόλας. Αυτά τα μεταχειρισμένα βιβλιαράκια που μου έχει δώσει είναι σαν μικροί θησαυροί για μένα. Κοιτάζω το ράφι της δικής μου βιβλιοθήκης και αναφέρω έτσι στην τύχη χωρίς καμία σειρά: Πατρίκιος, Βαγενάς, Μαστοράκη, Δημουλά, Ροζάνης, Χειμωνάς, Χριστιανόπουλος, Ασλάνογλου. Τότε δεν είχαμε κινητά αλλά γράφαμε η μία στην άλλη σημειωματάκια με στίχους που μας άρεσαν.
Ακόμη και τώρα 17 χρόνια μετά μόλις βρεθούμε ( και αφού ξεμπερδέψουμε με τα γκομενικά) θα ρωτήσουμε η μια την άλλη «Τι διαβάζεις». Και η Μαρία έχει και φοβερές ικανότητες απομνημόνευσης και οι στίχοι είναι στην καθημερινή της ζωή. Ευτυχώς η Μαρία κατάφερε να γράψει και τα δικά της ποιήματα και να τα δει να γίνονται βιβλιαράκια. Πριν λίγο μάλιστα ψάχνοντας κάτι άλλο έπεσα πάνω τους στο βιβλιοπωλείο της Πρωτοπορίας. Προσωπικά μου αρέσει περισσότερο η Αχίλλειος Γραφή και σα παραθέτω μερικά στιχάκια.

Δύσκολη Εποχή
Δύσκολη εποχή ο χωρισμός.
Δεν ξέρεις τί να φορέσεις.
Βάζεις απόφαση τελεσίδικη,
κρυώνεις.
Βάζεις ελπίδα σμιξίματος,
ζεσταίνεσαι.
Πετάς τότε βιαστικά πάνω σου
ό,τι βρίσκεις πρόχειρο στη μνήμη
κι ας σου λένε πως χρόνια τώρα
φοράς τα ίδια και τα ίδια.

Τα χρόνια πέρασαν. Το 1991 έφυγα από τη Ρόδο οριστικά και γυρίζω μόνο για μερικές εβδομάδες το καλοκαίρι. Η Μαρία είναι πάντα εκεί, και τώρα ζούμε καινούριες περιπέτειες, και μαθαίνουμε καινούριους ρόλους: της μάνας, της συζύγου, της δασκάλας, πάντα όμως με ένα βιβλιαράκι ποίησης στο χέρι. Μαρία μου, Χρόνια Πολλά.

resize-of-p8140016.jpg

Καλό μήνα

3 Δεκ

Τέλειωσα το MacBride και το Dying Light και μαζί του μου φαίνεται τέλειωσε κι αυτή η μαύρη περίοδος που περνούσα. Έκλεισα το βιβλίο σημείωσα σ’ένα χαρτί αυτά που ήθελα και τέρμα. Τώρα άρχισα καινούριο βιβλίο ή μάλλον βιβλία, ταχτοποίησα και το σπίτι που ήταν ένας μύλος και πάμε ολοταχώς για Χριστούγεννα. Δε θα γράψω για τα βιβλία σήμερα απλώς θέλω να σας παραπέμψω στο άλλο μου project, του σχολείου. Ζητάω και τη βοήθεια των φίλων μεταφραστών για μια απόπειρα που θα βρείτε εκεί, καθώς και των φίλων των Λατινικών εν γένει. Ο φίλος μου ο Αθήναιος ας πούμε, ξέρω ότι μεταφράζει Λατινικούς στίχους μεταξύ ψησίματος και φλαμπαρίσματος.

Η φωτό είναι τα τρέχοντα βιβλία. Την ιδέα την πήρα από δω.

ΑΒΓομελέτα

26 Μάι

Έχω ένα πολύ όμορφο βιβλίο. Το λένε «ΑΒγάτισμα», το έχει γράψει η Μαρία Μαμαλίγκα, και το έχει εικονογραφήσει ο Τάσος Παυλόπουλος (εκδόσεις ΑΓΡΑ, 1999). Είναι ένα βιβλίο με ποιήματα που αρχίζουν με κάθε γράμμα του αλφάβητου και έχουν σχέση με το φαγητό (τα περισσότερα)
Το πρώτο είναι το εξής:ΑΒΓομελέτα

Αν είναι η ανάγνωση απαλή φωτιά,
η αλφαβήτα αλάτι και τα βιβλία αβγά,
πιπέρι αν είναι το μελάνι,
άς’την καρδιά σου να γενεί τηγάνι.

Όσο αχνίζει η ομέλετα
κράτα τα μάτια σου ανοιχτά
κι αβγοΜΕΛΕΤΑ.


Ο Τάσος Παυλόπουλος είναι ένας ζωγράφος που μου αρέσει πολύ και οι ζωγραφιές του είναι εξ’ισου τρελλές και ανατρεπτικές με τα ποιήματα. Το βιβλίο το αγόρασα γιατί μου άρεσε το πρώτο ποίημα που διάβασα στο βιβλιοπωλείο. Μετά ανακάλυψα ότι η ποιήτρια ήταν και κόρη της παλιάς μου Λυκειάρχισσας, μιας κυρίας με λευκά μαλλιά που δεν την τάραζε τίποτε απ’όσα κάναμε (οι μαθητές της Γ Λυκείου) πλέον! Έχει γράψει κι άλλα βιβλία με ποιήματα (Μια ανόητη Γεωγραφία, εκδόσεις ΕΣΤΙΑ), αλλά το ΑΒγάτισμα είναι πιο πετυχημένο.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 2,920 other followers